(Ε.Μαρμαρίδου, δημοσίευση στο περιοδικό Γιόγκα)

Η συμπόνια, με την έννοια της ευσπλαχνίας, είναι το συναίσθημα εκείνο που θα κινήσει την ενέργεια Ρέικι από τον θεραπευτή-κανάλι στον θεραπευόμενο-δέκτη. Συμπόνια είναι «η συναισθηματική αλληλεγγύη και συμπάθεια προς κάποιον, η συναίσθηση του πόνου του» (Μπαμπινιώτης, 1998). Η συμπόνια, λοιπόν, περισσότερο με την έννοια του όρου της ψυχολογίας «ενσυναίσθηση» παρά με την έννοια της ταύτισης με τον πόνο του θεραπευόμενου, φαίνεται να αποτελεί το πρωταρχικό έναυσμα.

Ωστόσο, χρειάζεται να υπάρχουν όρια και στην ενσυναίσθηση. Είναι αναγκαίο, ο θεραπευτής Ρέικι, να μπορεί να χαράξει μία διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη συμπόνια για το πρόβλημα του Άλλου, με την έννοια της κατανόησης αυτού του προβλήματος και της πρόθεσης να συμβάλλει στην επίλυση του με αγάπη, και στην ταύτιση με εκείνον. Στόχος του δεν είναι να επωμιστεί το πρόβλημα που αντιμετωπίζει το άτομο που ζητά τη βοήθεια του, αλλά να του μεταφέρει την ευεργετική «ζωτική συμπαντική ενέργεια», όπως συνηθίζεται να χαρακτηρίζεται η ενέργεια Ρέικι, της οποίας γίνεται αγωγός.
 
Αυτού του είδους η ενέργεια, η οποία θεωρείται ότι αποτελείται από ένα ευρύ σύνολο πολύ υψηλών συχνοτήτων, επιφέρει την ισορροπία εκεί όπου εφαρμόζεται, τονώνοντας ή κατευνάζοντας τις διάφορες λειτουργίες του οργανισμού, ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες του κάθε οργάνου και της κάθε περίπτωσης. Για παράδειγμα, μπορεί να αυξήσει τη «χαμηλή» ενέργεια ενός άτομου που αντιμετωπίζει μία γενικότερη ατονία, αλλά και να καταπραΰνει την «πλεονάζουσα» ενέργεια κάποιου άλλου, που νιώθει υπερένταση.
 
O θεραπευτής Ρέικι λειτουργεί ως «κανάλι», δεν δίνει δηλαδή από τη δική του ενέργεια, αλλά συντονίζεται με την  «ζωτική συμπαντική ενέργεια», για να την εξωτερικεύσει από τις παλάμες, από τα μάτια, από το στόμα, και γενικότερα από όλους τους πόρους του σώματος του και από την ίδια του την αύρα.
 
Την ικανότητα να λειτουργεί ως «κανάλι», την αποκτά κάποιος χάρη στους συντονισμούς ή μυήσεις, που λαμβάνει από έναν Δάσκαλο του Ρέικι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το άτομο συντονίζεται ενεργειακά με τα σύμβολα του Ρέικι, η χρήση των οποίων στη συνέχεια, στις περιπτώσεις θεραπείας, έχει ως αποτέλεσμα την άμεση διοχέτευση της ζωτικής συμπαντικής ενέργειας σε έναν θεραπευόμενο-δέκτη, ο οποίος το έχει ζητήσει ο ίδιος ή έχει δώσει τη συγκατάθεση του.
 
Η διαφορά τού Ρέικι από τον κοινό μαγνητισμό έγκειται στον παραπάνω ενεργειακό συντονισμό. Το αποτέλεσμα είναι να μη δίνει ο θεραπευτής από τη δική του ενέργεια στον θεραπευόμενο, αλλά να μεταφέρει σ’ αυτόν την ήδη υπάρχουσα ζωτική συμπαντική ενέργεια. Κατά συνέπεια, ο θεραπευτής στο τέλος της συνεδρίας δεν αισθάνεται «άδειος», όπως λέγεται, ούτε έχει αποκτήσει τα συμπτώματα που είχε ο θεραπευόμενος πριν από τη θεραπεία, όπως πολύ εύκολα μπορεί να συμβεί στην περίπτωση του μαγνητισμού ή άλλων παρόμοιων τεχνικών. Αντίθετα, ο θεραπευτής νιώθει γεμάτος και ευεργετημένος και ο ίδιος από την ενέργεια Ρέικι που πέρασε από μέσα του πριν να διοχετευτεί στον δέκτη. Αυτό όμως συμβαίνει πάντοτε;
 
Όπως αποδεικνύεται στην πράξη, υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες ο θεραπευτής Ρέικι μπορεί να νιώσει κουρασμένος μετά από μία συνεδρία ή να έχει κάποιο σύμπτωμα δυσανεξίας, όπως π.χ. πονοκέφαλο, το οποίο μπορεί να διαρκέσει μέρες. Αυτό το σύμπτωμα δυσανεξίας είναι διαφορετικό από το να αισθανθεί ο θεραπευτής τον πόνο του θεραπευόμενου σε ένα αντίστοιχο σημείο του σώματος του, ένα προσωρινό σύμπτωμα, που θα περάσει με το τέλος της συνεδρίας. Στην πρώτη περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με ένα ακραίο φαινόμενο, που σημειώνεται μάλλον σπάνια στην καθημερινή πρακτική του Ρέικι και συχνά θεωρείται ότι οφείλεται πιθανότατα στην ταύτιση του θεραπευτή με το πρόβλημα του θεραπευόμενου, ταύτιση η οποία τον καθιστά ευάλωτο. Όπως λέει και ο δάσκαλός μου, Jean-Pierre Chupin{1}, ο πόνος του ασθενή, θεωρητικά, μπορεί έως και να ξυπνήσει τον πόνο του θεραπευτή, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να φθάσει μέχρι και στο σημείο να α-σθενήσει, σε κάποιον βαθμό. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο θεραπευτής θα εμφανίσει το ίδιο σύμπτωμα με τον θεραπευόμενο. Είναι πιθανό να εκδηλώσει ένα σύμπτωμα στο οποίο είναι επιρρεπής ο ίδιος λόγω φυσικής ιδιοσυγκρασίας. Για παράδειγμα, ένα άτομο που είναι επιρρεπές στους πονοκεφάλους μπορεί να εμφανίσει πονοκέφαλο.
 
Όταν ο θεραπευτής ταυτιστεί με τον θεραπευόμενο και εμπλακεί κατά συνέπεια στο πρόβλημα του, φαίνεται ότι μπορεί να γίνει τρωτός και στην ενέργεια του. Σε άλλες περιπτώσεις, ο θεραπευτής μπορεί να νιώσει άγχος, αμφιβολία, ανασφάλεια για την έκβαση της συνεδρίας, ή να προβάλλει το προσωπικό του «θέλω», την επιθυμία για την επιτυχία του εγχειρήματος, δηλαδή το μικρό «εγώ» του. Ή ακόμη μπορεί να αισθανθεί υπεύθυνος για την εξέλιξη της κατάστασης του θεραπευόμενου, ή να θεωρήσει ότι ξέρει τι είναι καλύτερο για εκείνον, ενώ αυτό που χρειάζεται να κάνει είναι να αφήσει την ενέργεια Ρέικι να δράσει με τη συνεργασία του θεραπευόμενου την κατάλληλη στιγμή, εκείνη δηλαδή κατά την οποία εκείνος είναι -αν βέβαια είναι- ώριμος για να δεχτεί τη θεραπεία.
 
Στις παραπάνω περιπτώσεις, ο θεραπευτής δίνει από τη δική του ενέργεια. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν είναι αφύσικο να δημιουργηθεί αίσθημα κόπωσης, σύμπτωμα δυσαρμονίας, ή μία ανάλογη κατάσταση με αυτή του θεραπευόμενου.
 
Αντίθετα, όταν κινείται μέσα στα όρια της συμπόνιας, ενεργοποιώντας την ευσπλαχνία μέσα του, το απαραίτητο εκείνο συναίσθημα, που είναι η προϋπόθεση για να απλώσει το χέρι στον ‘Αλλο, τότε λειτουργεί με τον «Ανώτερο Εαυτό» του, το κομμάτι του Φωτός μέσα του, του οποίου η θεϊκή προέλευση το κάνει να κινείται με σιγουριά, σταθερότητα κι αταραξία, καθιστώντας τον ίδιο πραγματικό αγωγό της ενέργειας Ρέικι. Και αν θεωρηθεί ότι είναι και πάλι πιθανό να περάσει ενέργεια του θεραπευτή ατον θεραπευόμενο, θα πρόκειται για μια ενέργεια ηρεμίας, ασφάλειας, σιγουριάς και σταθερότητας, μια ενεργεία συντονισμένη στις συχνότητες της αληθινής αγάπης, που είναι σε συντονισμό και αρμονία με την ενέργεια του Ρέικι και είναι η Αγάπη άνευ όρων.

 

{1}Jean-Pierre Chupin, (Reiki, le livre du Maître, εκδ. Alphée, 2006)